Οι ερωτήσεις είναι πολύ σημαντικές για τον διάλογο και την επικοινωνία. Ο γονιός θέτει ερωτήσεις στο παιδί για να αντλήσει πληροφορίες γι’ αυτό που του αρέσει, για την καθημερινότητά του, για το σχολείο, για της φίλους του, ενδιαφέρεται για τις ανάγκες και τις επιθυμίες του παιδιού του. Οι ερωτήσεις είναι το εργαλείο που τον βοηθά να εκδηλώσει αυτό το ενδιαφέρον του. Δυστυχώς, αρκετά συχνά το ενδιαφέρον μετατρέπεται σε ανάκριση, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η επικοινωνία. Ο διάλογος αποτελεί μια τεχνική που φαντάζει απλή, προϋποθέτει εκμάθηση και εξάσκηση.

Όλοι οι άνθρωποι κάνουν διάλογο όταν επικοινωνούν ή νομίζουν ότι συνδιαλέγονται. Ο διάλογος διεξάγεται με ερωτήσεις και απαντήσεις και συνεχή εναλλαγή ανάμεσα της ρόλους πομπού-δέκτη. Ο πομπός διατυπώνει ένα μήνυμα ή ένα ερώτημα και ο δέκτης δίνει την απάντηση. Στη συνέχεια, ο δέκτης γίνεται πομπός και διατυπώνει με τη σειρά του ένα ερώτημα που ζητά την απάντησή του από τον πομπό, ο οποίος μετατρέπεται σε δέκτη. Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μεταξύ των δύο μερών διατυπώνονται δύο είδη ερωτήσεων: Οι κλειστές ή κλειστού τύπου ερωτήσεις και οι ανοικτές ή ανοικτού τύπου ερωτήσεις (Παππά, 2016).

Οι κλειστές ερωτήσεις έχουν μονολεκτικές απαντήσεις, οι οποίες δίνονται γρήγορα και δε χρειάζονται πολλή σκέψη. Οι ανοικτές ερωτήσεις χρειάζονται πιο ολοκληρωμένες απαντήσεις και γι’ αυτό εμπλουτίζουν την επικοινωνία και τροφοδοτούν τον διάλογο.

Όταν ο γονιός ρωτήσει το παιδί «πέρασες καλά;», το παιδί θα απαντήσει «ναι» ή «όχι». Συνεπώς θέτει μια κλειστή ερώτηση.

Αν ρωτήσει «θέλεις να μου πεις γιατί δεν πέρασες καλά;», πρόκειται για μια ανοικτή ερώτηση, δηλαδή μια ερώτηση που καλεί το παιδί να αναπτύξει της λόγους για της οποίους δεν πέρασε καλά. Βεβαίως το παιδί μπορεί και πάλι να απαντήσει «όχι» και να κλείσει τον διάλογο, δηλαδή να μετατρέψει μια ανοικτή ερώτηση σε κλειστή. Σε αυτή την περίπτωση ο ερωτώμενος δεν έχει νόημα να επιμείνει, αλλά απλώς να δηλώσει τη διαθεσιμότητά του για διάλογο όταν το παιδί θα είναι έτοιμο: «Θα ήθελα πολύ να το συζητήσουμε όταν θα το θέλεις κι εσύ». Αν και η ανοικτή ερώτηση κάποιες φορές μετατρέπεται σε κλειστή, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη δυναμική της (Γκάρνερ, 2014).

Ο γονιός χρειάζεται να γνωρίζει πώς να θέτει ανοικτές ερωτήσεις, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη και τον τρόπο με τον οποίο της θέτει, αλλά και να μην κάνει κατάχρηση γινόμενος φορτικός ή διωκτικός. Ας μην ξεχνάμε ότι κάθε ερώτηση περιμένει μια απάντηση και, όταν η απάντηση δεν έρχεται, καλύτερο είναι να σταματούν οι ερωτήσεις και όχι να συνεχίζονται, γιατί οι συνεχείς ερωτήσεις φράζουν, δεν προωθούν την επικοινωνία.

Συχνά, όταν τίθενται κλειστού τύπου ερωτήσεις, έχουμε την αίσθηση ότι το άλλο άτομο επιθυμεί μια συγκεκριμένη απάντηση. Της περισσότερες φορές, οι ερωτήσεις που θέτουν οι άνθρωποι είναι δηλώσεις, γνώμες, κρίσεις παρά αυθεντικές ερωτήσεις. Με τις κλειστού τύπου ερωτήσεις συνήθως εκφράζουμε τη γνώμη μας με τα μη λεκτικά μηνύματα που εκπέμπουμε, τον τόνο της φωνής και τη στάση του σώματος. Όταν μια ερώτηση μπορεί να μεταφέρει πολύ περισσότερες πληροφορίες από την ερώτηση αυτή καθαυτή, ασκεί τότε πολύ μεγάλη επίδραση στην ποιότητα της σχέσης. Μια ανοικτού τύπου ερώτηση αποτελεί μια πολύ διαφορετική εμπειρία, καθώς είναι μια πρόσκληση για διάλογο, για μοίρασμα ιδεών και συναισθημάτων.

Οι ανοικτές ερωτήσεις σκοπό έχουν να ωθήσουν το άτομο να αποκαλύψει περισσότερα γι’ αυτό και όχι να δώσει μια απάντηση που θα ικανοποιήσει τον άλλο. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι τίθενται με ουδέτερο τόνο, χωρίς συναισθηματική φόρτιση ή υπονοούμενα και χωρίς να εκφράζονται με αντιφατικά μη λεκτικά μηνύματα από αυτόν που τα εκπέμπει. Οι ανοικτές ερωτήσεις χρειάζονται σκέψη για προσεκτική διατύπωση και αποκαλύπτουν απόψεις και συναισθήματα, ενώ επιτρέπουν στον πομπό να κατευθύνει τη συζήτηση. Η διατύπωση ανοικτών ερωτήσεων απαιτεί κάποιες δεξιότητες, μια αίσθηση αυτοπεποίθησης, εμπιστοσύνη και σεβασμό προς τον συνομιλητή για τις απαντήσεις του και ανεκτικότητα για τις απόψεις που είναι διαφορετικές από του άλλου ατόμου. Οι ανοικτές ερωτήσεις μεταφέρουν στον συνομιλητή την άποψη ότι οι απόψεις και οι εμπειρίες του είναι σημαντικές και ότι ο ερωτών επιθυμεί πολύ να της ακούσει και δημιουργούν τη γέφυρα για επικοινωνία, κατανόηση και συνεργασία.

Ανοικτές είναι οι ερωτήσεις που ξεκινούν με της λέξεις «ποιος», «πού», «πώς», «πότε», «τι», «γιατί». Οι ανοικτές ερωτήσεις αποτελούν πρόσκληση για επικοινωνία, για έκφραση των σκέψεων, των απόψεων, των επιθυμιών και των συναισθημάτων των ερωτώμενων. Μέσω των ανοικτών ερωτήσεων το παιδί διευκολύνεται να αποσαφηνίσει κάτι, διευκολύνεται «να ανοιχτεί» και να εκφραστεί.

Υπάρχουν ερωτήσεις που είναι υπερβολικά ανοικτές, για παράδειγμα η ερώτηση «πώς πέρασες τη μέρα σου;» είναι μια υπερβολικά ανοικτή ερώτηση και γι’ αυτό συχνά παίρνει μια κλειστή απάντηση: «καλά». Πρόκειται για τη συνηθισμένη απάντηση που δίνει ένα παιδί στον γονιό του όταν του τίθεται το παραπάνω ερώτημα. Επιπλέον, ακούγεται σαν μια ερώτηση κλισέ που χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο για το άνοιγμα της συζήτησης και όχι ως πραγματική έκφραση ανάγκης αυτού που ρωτά για να μάθει. Στην επικοινωνία είναι σημαντικό ο ερωτών να ενδιαφέρεται για τις ανάγκες, τις σκέψεις και τις επιθυμίες του ερωτώμενου και να εκδηλώνει αυτό το ενδιαφέρον (Γκάρνερ, 2014).

Οι ερωτήσεις κλειστού τύπου είναι ερωτήσεις στις οποίες απαντάμε με ναι ή όχι, με σωστό ή λάθος. Οι ερωτήσεις πολλαπλών επιλογών, που συνήθως συναντάμε στα ερευνητικά ερωτηματολόγια, είναι της ερωτήσεις κλειστού τύπου. Στις ερωτήσεις κλειστού τύπου απαντάμε μονολεκτικά. Για παράδειγμα: «Από πού είσαι;» «Από την Αθήνα».

Οι ερωτήσεις ανοικτού τύπου είναι αυτές που προσδίδουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην επικοινωνία και κάνουν τη συζήτηση να διαρκεί περισσότερο . Για παράδειγμα: «Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;», «Πώς το σκεφτήκατε/φανταστήκατε αυτό;», «Ποια είναι τα σχέδιά σας για την επόμενη χρονιά;».

Οι κλειστού τύπου ερωτήσεις συνήθως ξεκινούν με της λέξεις «είστε;»,
«θέλετε;», «ποιος;», «πότε;», «πού;», «ποιο;», ενώ οι ανοικτού τύπου ξεκινούν συνήθως με «πώς;» «γιατί;», «τι;», «με ποιον τρόπο;»

Με το «τι;» και το «ποιο/ποιος;» μπορεί να ξεκινήσει τόσο μια ανοικτή όσο και μια κλειστή ερώτηση. Της φορές οι άνθρωποι απαντούν σε μια κλειστού τύπου ερώτηση με ανοικτό τρόπο ή το αντίστροφο. Πιο συγκεκριμένα, οι παράμετροι που χρειάζεται να ληφθούν υπόψη ώστε να διατυπωθούν επιτυχημένες ανοικτές ερωτήσεις, είναι οι εξής:

  • Η αυτοδιαχείριση: Όταν κάποιος θέτει ένα ερώτημα, χρειάζεται να έχει σαφή κίνητρα. Θέλει να εκφράσει τις εμπειρίες και τις ανάγκες του ή ενδιαφέρεται για της εμπειρίες του άλλου. Οι επιθυμίες του χρειάζεται να είναι διακριτές από εκείνες του συνομιλητή του. Όπως προαναφέρθηκε, συχνά η επικοινωνία σταματά όταν οι επιθυμίες του ερωτώντος έχουν προτεραιότητα.
  • Η εστίαση στη διατύπωση των ερωτήσεων. Είναι πιθανό ότι, παρόλο που η ερώτηση διατυπώνεται με φαινομενικά ανοικτό τρόπο («Τι έκανες σήμερα στο σχολείο;»), η απάντηση μπορεί να είναι κλειστού τύπου («Τίποτα»). Μια διαφορετική διατύπωση («Τι ήταν αυτό που σου άρεσε περισσότερο στο σχολείο σήμερα;») είναι πιθανό να έχει μια απάντηση πιο εκτενή και περιγραφική. Από την άλλη, μια πολύ γενική και ευρεία εστίαση μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση («Τι σου άρεσε σήμερα;»).
  • Η προσεκτική ακρόαση. Πολλοί άνθρωποι, όταν ακούν, απλώς συγκεντρώνουν στοιχεία από τον συνομιλητή τους περιμένοντας τη σειρά τους για να πάρουν τον λόγο και δεν ακούν πραγματικά. Είναι πολύ σημαντικό όταν κάποιος συνδιαλέγεται να ενδιαφέρεται να μάθει για τον άλλο και να μην είναι επικριτικός. Η ενεργητική ακρόαση βοηθά τον συνομιλητή να επικοινωνήσει σε βάθος.
  • Η αποδοχή της μη απάντησης. Κάθε ερώτηση δεν είναι απαραίτητο να λαμβάνει απάντηση. Μπορεί ο συνομιλητής να μην είναι έτοιμος να μιλήσει ή να μη θέλει να δώσει μια απάντηση αμέσως.
  • Η επικοινωνία χρειάζεται να ξεκινά με απλά, καθημερινά θέματα. Είναι πιο εύκολο να ρωτήσει κάποιος «Τι θα έλεγες αν σου πρότεινα να πάμε σινεμά το Σαββατοκύριακο;» αντί να ρωτήσει «Τι θα έλεγες αν πηγαίναμε διακοπές μαζί;». Τα απλά, καθημερινά θέματα της βοηθούν να εξασκηθούμε στη χρήση των ανοικτών ερωτήσεων και σταδιακά να προχωρήσουμε σε πιο ζωτικής σημασίας θέματα (Gottman & Silver, 2012).

 

Βιβλιογραφικές παραπομπές

Γκάρνερ, Ά. (2014). Η τέχνη της επικοινωνίας. Πώς να γίνετε περισσότερο αποτελεσματικοί σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο (10η έκδοση) (Μτφρ. Β. Λαμπάδη, επιστ. Επιμ.-πρόλογος: Δρ Γ. Σίμος). Αθήνα: Πατάκης.

Gottman, J. & Silver, N. (2012). What makes love last? How to build trust and avoid betrayal. Secrets from the love lab. New York: Simon & Schuster.

Παππά, Β. (2016). Εκπαιδευτικό πρόγραμμα γονικού συναισθηματικού αλφαβητισμού (Educational Programme of Parental Emotional Literacy – EPPEL). Εγχειρίδιο για ειδικούς. Αθήνα.

 

Βασιλική Παππά, MSc, PhD,

Συμβουλευτική ψυχολόγος,

Επιστημονικά υπεύθυνη Σχολών Γονέων

www.sxolesgonewn.gr

www.emotionalintelligence.gr

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

one × five =